Παρασκευή 12 Ιουνίου 2009

"O Ιππότης", απόσπασμα απο το διήγημα

Το παπικό διάταγμα, επίσημο, με βούλα, όρισε στους πιστούς νηστεία και μετάνοια. Η Τρίτη σταυροφορία άρχιζε!
Ο άρχοντας έπρεπε κόσμο να δώσει στους άγιους τόπους και λεφτά.
- Να φύγουν οι άπιστοι, μας είπαν.
Και δυο γιους του θα έστελνε, μα το πρόσταγμα το παπικό ήθελε κι άλλους ευγενείς και ιππότες. Άντρες γερούς, σκληροδεμένους.
Εγώ δεκαεφτά χρονών παιδί, σιδεράς ήμουν καλός και από τον πατέρα μου μαθημένος. Γερό παιδί στα σίδερα γερμένος, σαν από σίδερο σμιλεύτηκε το σώμα μου. Με διάλεξαν για πόλεμο. Στη συνοδεία των αρχοντόπουλων με έβαλαν και για να φαίνονται σημαντικοί και με μεγάλο ασκέρι, ιππότη με έχρησαν.
Και χιτώνα με σταυρό μου έδωσε ο άρχοντας. Και από του πατέρα το αμόνι ντύθηκα μες τα μέταλλα και ακονισμένο σπαθί ζώστηκα, δεκαεφτά χρονών παιδί! […]
Μας μάζεψαν. Μας συνέταξαν στρατιά ευλογημένη για την μεγάλη έξοδο. Με λάβαρα κι οικόσημα. Φαινόμασταν σπουδαίοι. Κι η Μαργαρίτα; Άφαντη. Την έψαχναν τα μάτια μου μέσα σε τόσο πλήθος. Μα, από που μαζεύτηκε; Φώναζαν, κι εγώ μπερδεύτηκα μέσα σε εκείνα τα λόγια. Κραυγάζανε, πιστεύανε πως είμαστε ευλογημένοι. Ευλογημένοι με σπαθιά, με λάμες και κοντάρια. Κι η Μαργαρίτα άφαντη! Δεν πρόλαβα αντίο να της πω, ούτε φιλί να δώσω.
Στον δρόμο αυτό, περπάτησα πνιγμένο στους αγνώστους. Κυκλώθηκα από θεατές και ομόχρωμους στρατιώτες. Η έξοδος τυλίχθηκε μια αίσθηση ασφυξίας, σε μία στράτα άγνωστη, που είχαμε δεδομένη. Άλλα σημεία από αυτά δεν είχα να πατήσω.
Διέσχισα τη γέφυρα. Άλογο δεν μου δώσανε. Ήμουν πεζός και έφευγα. Ιππότης δίχως άλογο, άντρας χωρίς γυναίκα. Άνθρωπος δίχως σπιτικό.
- Τι τα θυμάμαι όλα αυτά; Σε λίγο θα αρχίσει η μάχη!

Αθηνά Ζαχαροπούλου

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2009

"Ίμερος", απόσπασμα απο το διήγημα

Σαν χαμένη ακολούθησα τα βήματα του στρατιώτη ως τη σκηνή του. Ο Ηφαιστίωνας ψηνόταν στον πυρετό. Δίπλα του καταπονημένος καθόταν εκείνος. Ανέτειλε η μορφή του και ήταν σαν να φύσηξε βοριάς πάνω από το ομιχλώδες σκηνικό της ζωής μου.
«Βασιλιά μου!» προσκύνησα.
« Αλέξανδρε» με διόρθωσε χαμογελώντας μου τρυφερά και σηκώθηκε να φύγει « Μάθε να το λες».
Τον έβλεπα να απομακρύνεται κι οι σκέψεις μου τον ακολουθούσαν. Να ‘μουνα μια μπούκλα από τα χρυσαφένια του μαλλιά, μια πτυχή στο χιτώνα του, μια παλιά πληγή στο κορμί του, θα μπορούσα όλα να τ’ αντέξω. Όλα θα τ’ αντάλλασσα για μια τέτοια μέρα, για μια δική του ώρα…
Ακούμπησα βουρκωμένη το μέτωπο του Ηφαιστίωνα.
« Τα μαλλιά σου είναι πιο όμορφα έτσι» άνοιξε τα μάτια του.
Του χαμογέλασα, μα ένα σύννεφο πίκρας κατακάθισε στην ψυχή μου , σαν να τον αποχαιρετούσα.
«Για σένα τα έλυσα» του απάντησα αστόχαστα.
« Ωστόσο, είμαι ακόμα ζωντανός, όπως βλέπεις» μου είπε τάχα με παράπονο.
«Όχι, δεν εννοούσα αυτό» αναψοκοκκίνισα.
« Και μ’ αυτό το κόκκινο στα μάγουλά σου είσαι υπέροχη» χάιδεψε με την ανάποδη του χεριού του το πρόσωπό μου « Τι κρίμα…» ψιθύρισε και ο νους του χάθηκε κάπου μακριά.
«Θα γίνεις καλά» τον καθησύχασα, αλλά ούτε καν με άκουγε αιχμάλωτος του κουρασμένου μυαλού του.
Ήταν όμως ώρα να χωριστούμε, μου ‘γνεψε ο γιατρός του.
«Αύριο» του είπα, ακουμπώντας στο στήθος του που έβραζε από τον πυρετό, κι ήθελα να ‘ταν αλήθεια.
Μου χάιδεψε τα μαλλιά κι έπαιξε λίγο μαζί τους σαν να ‘θελε φευγαλέα να κρατήσει την υφή τους στα δάχτυλά του. Με αποχαιρέτησε κουνώντας το κεφάλι του συγκαταβατικά και ξανάκλεισε τα φλογισμένα του μάτια.
Περπάτησα συλλογισμένη μέχρι τη σκηνή μου μέσα στην πηχτή σιγαλιά της φθινοπωριάτικης νύχτας. Σωριάστηκα βαριά στα νοτισμένα σκεπάσματα και σφαλίζοντας τα βλέφαρα αντίκρισα τις μορφές τους. Τον Ηφαιστίωνα τον αγαπούσα. Τον Αλέξανδρο τον λαχταρούσα. Κι ας ήξερα πως ετούτη η ζωή χάραζε για μας παράλληλους δρόμους, λησμονώντας ολότελα το συναπάντημά τους.
Ίσως, σε μια άλλη ζωή, θα ‘ θελα να ‘μουνα γη, να νιώσω το βήμα του σαν το χτύπο της καρδιάς μου, να αφεθώ στο κορμί του οργώνοντας της ζωής του το σφρίγος, να αλωθώ από τη δική του θέληση, να του ανήκω. Να ‘μουνα θάλασσα, να τον ταξιδεύω, να γεύομαι την αλμύρα του, να σμιλεύω κάθε πίκρα με το χαμόγελό του, να γίνομαι ένα με τη μυρωδιά του, να πάλλομαι με την ορμή του. Κι ίσως, να ‘μουνα μια γυναίκα, μια άλλη γυναίκα, να μοιράζομαι τις μέρες του και τις νύχτες του, το σώμα του και την ψυχή του. Να είμαι εγώ το θέλω του κι η αγάπη μου το μπορώ του.

Μαίρη Πίσια

"Χωρίς Όνομα", απόσπασμα απο το διήγημα


Μέσα στη τόση ανωνυμία, μέσα στο πλήθος, στα πρέπει και στα μη.
Χάνομαι και χάνω.
Διχάζομαι, διχάζω.
Είναι θαρρείς η φύση μας ανάρμοστη και αντιφατική.
Δειλή και αδηφάγα.
Σαν δυο σταγόνες της βροχής για αυτόν τον κόσμο που με πνίγει.
Και είναι νωρίς για πόνο.
Τόσο νωρίς.

- Αχ, ας είναι καλά ο Φάνης..
- Εύα;
Η πόρτα είχε μόλις ανοίξει για να καθησυχάσει την Εύα από κάθε έγνοια.
- Φάνη; Είσαι καλά;
- Έλα μέσα. Καλά είμαι.
Η ανακούφιση και η χαρά, συναισθήματα διάχυτα σε όλο της το βλέμμα. Πρώτη φορά έμπαινε σε αυτό το σπίτι και η αλήθεια είναι ότι έστεκε τόσο επιβλητικό όσο η εξωτερική του όψη σε προϊδέαζε. Πίνακες καθαρά επηρεασμένοι από τον υπερρεαλισμό, χώροι τεράστιοι, βιβλία παντού.
- Είναι πολύ όμορφα εδώ.
- Έλα ρε Εύα, ξέρεις ότι δεν είναι δικό μου.
Θες καφέ;
- Όχι, είμαι εντάξει.Έχω να σε δω μέρες.
- Είμαι καλά. Προσπαθώ να τα βρω λίγο δηλαδή όμως δεν έχω να σου πω κάτι άλλο. Αυτά και μόνο.
Αρχίζει και καταλαβαίνει πως η συζήτηση που πρόκειται να ακολουθήσει δε θα είναι και πολύ εύκολη.
- Εντάξει λοιπόν, θα σου μιλήσω όσο πιο γρήγορα μπορώ.
- Εσύ; τι έχεις να μου πεις;
Και ξεκινάει η Εύα και μιλάει για τις εξελίξεις που εκείνος δε γνωρίζει. Και ανατρέχει ο νους στη σιχαμένη εκείνη προσωπικότητα. Και θυμάται η μνήμη και συγκρούεται μονάχη η ψυχή. Τώρα όμως μαθαίνει τα τεκταινόμενα. Tώρα μπρος του αποκαλύπτεται η συνέχεια που δε γνωρίζει. Του παραδίδει τον φάκελο και συνειδητοποιεί την αλήθεια όταν βλέπει τη σφραγίδα του συμβολαιογράφου. Είχε όντως αυτοκτονήσει. Το έλεγαν τα χαρτιά. Το έλεγε και η Εύα. Δεν είχε κανένα λόγο να αμφιβάλει. Bρήκε το κουράγιο έρημος να δώσει τέλος. Για αυτό η συγχώρεση. Για αυτό τα λόγια.
- Δε με αφορά.
- Πρέπει να δώσεις κατάθεσή Φάνη μου.
Έπειτα του χάιδεψε το πρόσωπο, του χάρισε ένα απαλό φιλί στο μάγουλο και τον άφησε μόνο.
Το σούρουπο βρίσκει τον Φάνη στο λόφο του Λυκαβηττού, εκεί όπου απλώνεται μπρος στα πόδια σου η όμορφη Αθήνα. Μια ηρεμία γαληνεύει τη στιγμή. Ένα απαλό αεράκι του κρατά συντροφιά. Μα ο Φάνης δεν έχει άλλες δυνάμεις. Στέρεψε από υποθέσεις και εξηγήσεις. Από σκέψεις και λέξεις. Άνοιξε δειλά το φάκελο. Για τελευταία φορά κοίταξε την υπογραφή του πατέρα.
- Είναι αργά, πολύ αργά για να κοιτάξω πίσω.
Πέταξε με όση ικανοποίηση θα μπορούσε να έχει εκείνη τη στιγμή μια μια τις σελίδες στο κενό μέχρι που ο φάκελος έμεινε άδειος.Τα πονεμένα του μάτια μόλις είχαν διαγραφεί απο τις τελευταίες ακτίνες του ηλίου.


Βάσια Τσώτσου

Κυριακή 7 Ιουνίου 2009

Τέλος κι αρχή, επίλογος ή πρόλογος

εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου απο τον συγγραφέα Δημήτρη Βαρβαρήγο

Πολύτροπα των ημερών τα θελήματα φανερώνονται,ανέλπιδα κι απεγνωσμένα σα μας κάνουν πολλά αντίθετα.Το προσδοκούμαι δεν γίνεται πάντακ’ ένας Χρόνος βρήκεσ’ αδόκητα το δρόμο τα συμβάντα…Όπως κι εφέτος συνέβη,όπως πάντα συμβαίνει,ο χρόνος να φεύγει γρήγορα όταν περνά με λύπες.
{Ελένη, του Ευριπίδη}


Μια ζωή άκουγα για την επανάληψη της ψυχής, ότι κάνει κύκλο επτά φορές μέχρι να τελειωθεί και να χαθεί στη ψηφιδωτή σκηνογραφία της ύλης κάποιου έμπυρου Ουρανού. Σ’ ένα στερέωμα όπου μόνον εκεί τελείται στ’ αλήθεια ο θάνατος και η ανάσταση. Στον ιερό τόπο που ζουν οι μύστες αιώνες που μέσα τους πεθαίνει ο θεός και μέσα τους πάλι γεννιέται.Αιώνες! Οι Ερμοφόροι των ανθρώπων, που γνωρίζουν καλά τι συμβαίνει εκεί πάνω και τι εδώ κάτω, τι σημαίνει φως και τι σκοτάδι και που υφαίνουν με σπλαχνική χαρά τα πέπλα όλων των όντων. Με ουράνιες μαγείες δημιουργούν ένα νέο ζωντανό σώμα, έναν θεό και τραγουδούν και παιανίζουν στη μαγική γιορτή την είσοδο της ψυχής στο χρόνο μιας νέας ζωής. Και σπαράζει ο ουρανός και χαίρεται η γη.Έπρεπε να έχω το νου μου, να έχω βλέμμα οξύ, ακοή λεπτή και προσοχή ακονισμένη μήπως και ανακαλύψω ετούτο το μυστήριο του θανάτου του σώματος και τη μετάβαση της ψυχής.Θα έφτανε λοιπόν και για μένα η στιγμή που θα έμπαινα σε αυτό τον φανταστικό κόσμο με τους μικρούς καθρέφτες που λαμπιρίζουν σαν αστέρια;Θα έπινα το ποτό της λήθης που κρατάει το πνεύμα για πάντα στο θλιβερό σκοτάδι; Θα συναντούσα αγαπημένα πρόσωπα; Θα τα θυμόμουν; Θα με αναγνωρίζανε; Θα ζούσαμε πάλι όπως πριν ή θα μέναμε ανάσες απόμακρες;Τι δυστυχία όλα ετούτα τα δυσνόητα κι ακόμα πιο πολύ, στον ύπνο του θανάτου να μην υπάρχουν όνειρα.Ταπεινώς και αδόλως παρέδωσα τη δυσνόητη παρουσία των παιδικών μου αθώων θαυμάτων στην απουσία. Εν μέσω σιωπής θεϊκής ποθούσα να κρατήσω ψέγοντας με την αφή απαλά μέσα στα βλέμματα εικόνες κάποιου όμορφου παρελθόντος.Με τη δύναμη του νου, ματαίως, ήθελα να συνταιριάξω στην έλλειψή με το άοπτο πλέον βλέμμα μου, όλα μαζί τα ανθρώπινα ίχνη μου που είχαν χαραχτεί στης φύσης την αγνή διαύγεια. Διασχίζοντας τα ανεξερεύνητα βάθη μου υψώθηκα στην αρχή των πραγμάτων που ζουν στον αμόλυντο αιθέρα. της μίας μοναδικής συμπαντικής αρχής. Διπλώθηκα στο βάθος του δικού μου εαυτού και με μια πνοή, σκαρφάλωσα στον ουρανό.Πέρασμα μέσα από την άβυσσο των υποχθόνιων δυνάμεων, μέσα απ’ την ιερή κοιλάδα των Αγγέλων, μέσα από σκόνη αστρική, μέσα από μέλη σκορπισμένα, ανάμεσα από δύστυχες ψυχές που αναζητούσαν σώμα για τόπο.Ψυχές που πνίγονταν στο μίσος, στον πόνο και στο έγκλημα και τους έφερνε ο χρόνος όλο πιο κοντά στον αφανισμό της μοναξιάς.Πέρασα ανάμεσα από χιλιάδες άϋλες υπάρξεις και σκιές που μ’ άπλωναν τα χέρια ικετευτικά να τις γλιτώσω, μα όσο και να ‘θελα δεν μπορούσα, ήταν αγέννητη μέσα μου η φλόγα της γης, μέχρι που το βέλο του Γαλαξία στοργικά με τύλιξε και η θέρμη μιας ζωντάνιας χαρίστηκε πάλι στα σπλάχνα μου.Επιτέλους, βρήκε η ψυχή μου νέο σώμα! Η πνοή των αιώνιων αιτιών, το Νερό, η Φωτιά, το Χώμα, ο Αιθέρας, τραγούδησαν τον υμέναιο της Μέρας και της Νύχτας, της Γυναίκας και του Άντρα, του Έρωτα και της Αγάπης, της Ζωής και πάλι του Θανάτου. Και να η εμπειρία του Αγαθού με έχτισε και ήταν πάλι μέσα μου ζωντανή. Άκουγα έβλεπα, έψεγα, γευόμουνα, μύριζα. Αισθανόμουν τη θύελλα. Ερωτεύτηκα τη θύελλα! Γεια σου Ζωή! Επτά ιστορίες ζωής που η μία χαρίζει στην άλλη τη ψυχή της.Επτά συγγραφείς που μοιράζονται τη δική τους άποψη στα μυστήρια των πέντε αισθήσεων.Επτά διαφορετικές ιστορίες, γεμάτες από τη λεπτή αύρα των Νυμφών που κινούνται μέσα από την προσωπική γραφή, στη σιωπηλή μαγεία της ζωής και του Θανάτου. Επτά ζωές, επτά ψυχές που περιφέρονται σαν σκιές στη σιωπή, σαν το αίμα που κυλάει στα βάθη του χρόνου και ψάχνει να ζωντανέψει το χαμένο πνεύμα.

Συλλογή Διηγημάτων




Επτά φορές θα πονέσει η ίδια ιερή μήτρα. Επτά ζωές θα δεθούν σε ένα πρωτόγνωρο ταξίδι που η ανάσα γίνεται όνειρο και το όνειρο σκυτάλη που αλλάζει χέρια.

Οι Μοίρες γνέθουν, ψέλνουν, προφητεύουν την μοίρα του καθενός. Τους δίνουν οδηγίες για να μη χαθούν. Μα εγώ ως ψυχή πετώ από κορμί σε κορμί, εισχωρώ σε υπάρξεις και αφήνω μάτια για να αντικρύσω νέα. Αυτό είναι το ταξίδι μου. Να αγγίξω χέρια και να κατοικήσω σε άλλους εαυτούς. Να προσκυνήσω διαφορετικούς Θεούς και να ενωθώ με διαφορετικά μισά. Μια ιστορία που από την πένα της γεννιούνται βασιλιάδες και δούλοι, ποιήτριες και πόρνες και ταξιδεύουν στο χωροχρόνο μέσα από περάσματα, στοές και μεταβάσεις.

Μεταβάσεις σωμάτων που αναζητούν τη λύτρωση. Ψυχές που χάνονται στους λαβύρινθους της ζωής.

Και η ψυχή ταξίδεψε, ένωσε τον κύκλο, κηλίδωσε επτά ζωές και γύρισε πίσω στους βράχους μα δεν βρήκε τα πέπλα. Είχαν γίνει χειρόγραφα ονείρων που αφέθηκαν στον άνεμο, σε έναν άλλο βράχο. Στο βράχο του Λυκαβηττού... Επτά ψυχές χάθηκαν και έγιναν επτά ζωές. Σε επτά σώματα μπήκαν και έμειναν κάμποσες βραδιές.


Από την αρχαιότητα τριγυρίζουν ψάχνοντας κάτι απεγνωσμένα.

Λαχταρούν μια ζωή αγνή, τέλεια...

Αραγε την βρήκαν;

Αραγε άνοιξαν τη σωστή πόρτα;

Ή μήπως έκαναν τα ίδια λάθη;



Συγγραφείς: Χριστίνα Καμπά, Μαίρη Πίσια, Αθηνά Ζαχαροπούλου, Σμαρώ Κουμεντάκη, Κωνσταντίνος Καφρίτσας, Λίτσα Θεωδοροπούλου, Βάσια Τσώτσου

Εκδόσεις: Χρήστος Ε.Δαρδανός
ISBN: 960-380-209-3
Έτος Έκδοσης: 2009