Δευτέρα 8 Ιουνίου 2009

"Χωρίς Όνομα", απόσπασμα απο το διήγημα


Μέσα στη τόση ανωνυμία, μέσα στο πλήθος, στα πρέπει και στα μη.
Χάνομαι και χάνω.
Διχάζομαι, διχάζω.
Είναι θαρρείς η φύση μας ανάρμοστη και αντιφατική.
Δειλή και αδηφάγα.
Σαν δυο σταγόνες της βροχής για αυτόν τον κόσμο που με πνίγει.
Και είναι νωρίς για πόνο.
Τόσο νωρίς.

- Αχ, ας είναι καλά ο Φάνης..
- Εύα;
Η πόρτα είχε μόλις ανοίξει για να καθησυχάσει την Εύα από κάθε έγνοια.
- Φάνη; Είσαι καλά;
- Έλα μέσα. Καλά είμαι.
Η ανακούφιση και η χαρά, συναισθήματα διάχυτα σε όλο της το βλέμμα. Πρώτη φορά έμπαινε σε αυτό το σπίτι και η αλήθεια είναι ότι έστεκε τόσο επιβλητικό όσο η εξωτερική του όψη σε προϊδέαζε. Πίνακες καθαρά επηρεασμένοι από τον υπερρεαλισμό, χώροι τεράστιοι, βιβλία παντού.
- Είναι πολύ όμορφα εδώ.
- Έλα ρε Εύα, ξέρεις ότι δεν είναι δικό μου.
Θες καφέ;
- Όχι, είμαι εντάξει.Έχω να σε δω μέρες.
- Είμαι καλά. Προσπαθώ να τα βρω λίγο δηλαδή όμως δεν έχω να σου πω κάτι άλλο. Αυτά και μόνο.
Αρχίζει και καταλαβαίνει πως η συζήτηση που πρόκειται να ακολουθήσει δε θα είναι και πολύ εύκολη.
- Εντάξει λοιπόν, θα σου μιλήσω όσο πιο γρήγορα μπορώ.
- Εσύ; τι έχεις να μου πεις;
Και ξεκινάει η Εύα και μιλάει για τις εξελίξεις που εκείνος δε γνωρίζει. Και ανατρέχει ο νους στη σιχαμένη εκείνη προσωπικότητα. Και θυμάται η μνήμη και συγκρούεται μονάχη η ψυχή. Τώρα όμως μαθαίνει τα τεκταινόμενα. Tώρα μπρος του αποκαλύπτεται η συνέχεια που δε γνωρίζει. Του παραδίδει τον φάκελο και συνειδητοποιεί την αλήθεια όταν βλέπει τη σφραγίδα του συμβολαιογράφου. Είχε όντως αυτοκτονήσει. Το έλεγαν τα χαρτιά. Το έλεγε και η Εύα. Δεν είχε κανένα λόγο να αμφιβάλει. Bρήκε το κουράγιο έρημος να δώσει τέλος. Για αυτό η συγχώρεση. Για αυτό τα λόγια.
- Δε με αφορά.
- Πρέπει να δώσεις κατάθεσή Φάνη μου.
Έπειτα του χάιδεψε το πρόσωπο, του χάρισε ένα απαλό φιλί στο μάγουλο και τον άφησε μόνο.
Το σούρουπο βρίσκει τον Φάνη στο λόφο του Λυκαβηττού, εκεί όπου απλώνεται μπρος στα πόδια σου η όμορφη Αθήνα. Μια ηρεμία γαληνεύει τη στιγμή. Ένα απαλό αεράκι του κρατά συντροφιά. Μα ο Φάνης δεν έχει άλλες δυνάμεις. Στέρεψε από υποθέσεις και εξηγήσεις. Από σκέψεις και λέξεις. Άνοιξε δειλά το φάκελο. Για τελευταία φορά κοίταξε την υπογραφή του πατέρα.
- Είναι αργά, πολύ αργά για να κοιτάξω πίσω.
Πέταξε με όση ικανοποίηση θα μπορούσε να έχει εκείνη τη στιγμή μια μια τις σελίδες στο κενό μέχρι που ο φάκελος έμεινε άδειος.Τα πονεμένα του μάτια μόλις είχαν διαγραφεί απο τις τελευταίες ακτίνες του ηλίου.


Βάσια Τσώτσου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου