Σαν χαμένη ακολούθησα τα βήματα του στρατιώτη ως τη σκηνή του. Ο Ηφαιστίωνας ψηνόταν στον πυρετό. Δίπλα του καταπονημένος καθόταν εκείνος. Ανέτειλε η μορφή του και ήταν σαν να φύσηξε βοριάς πάνω από το ομιχλώδες σκηνικό της ζωής μου.
«Βασιλιά μου!» προσκύνησα.
« Αλέξανδρε» με διόρθωσε χαμογελώντας μου τρυφερά και σηκώθηκε να φύγει « Μάθε να το λες».
Τον έβλεπα να απομακρύνεται κι οι σκέψεις μου τον ακολουθούσαν. Να ‘μουνα μια μπούκλα από τα χρυσαφένια του μαλλιά, μια πτυχή στο χιτώνα του, μια παλιά πληγή στο κορμί του, θα μπορούσα όλα να τ’ αντέξω. Όλα θα τ’ αντάλλασσα για μια τέτοια μέρα, για μια δική του ώρα…
Ακούμπησα βουρκωμένη το μέτωπο του Ηφαιστίωνα.
« Τα μαλλιά σου είναι πιο όμορφα έτσι» άνοιξε τα μάτια του.
Του χαμογέλασα, μα ένα σύννεφο πίκρας κατακάθισε στην ψυχή μου , σαν να τον αποχαιρετούσα.
«Για σένα τα έλυσα» του απάντησα αστόχαστα.
« Ωστόσο, είμαι ακόμα ζωντανός, όπως βλέπεις» μου είπε τάχα με παράπονο.
«Όχι, δεν εννοούσα αυτό» αναψοκοκκίνισα.
« Και μ’ αυτό το κόκκινο στα μάγουλά σου είσαι υπέροχη» χάιδεψε με την ανάποδη του χεριού του το πρόσωπό μου « Τι κρίμα…» ψιθύρισε και ο νους του χάθηκε κάπου μακριά.
«Θα γίνεις καλά» τον καθησύχασα, αλλά ούτε καν με άκουγε αιχμάλωτος του κουρασμένου μυαλού του.
Ήταν όμως ώρα να χωριστούμε, μου ‘γνεψε ο γιατρός του.
«Αύριο» του είπα, ακουμπώντας στο στήθος του που έβραζε από τον πυρετό, κι ήθελα να ‘ταν αλήθεια.
Μου χάιδεψε τα μαλλιά κι έπαιξε λίγο μαζί τους σαν να ‘θελε φευγαλέα να κρατήσει την υφή τους στα δάχτυλά του. Με αποχαιρέτησε κουνώντας το κεφάλι του συγκαταβατικά και ξανάκλεισε τα φλογισμένα του μάτια.
Περπάτησα συλλογισμένη μέχρι τη σκηνή μου μέσα στην πηχτή σιγαλιά της φθινοπωριάτικης νύχτας. Σωριάστηκα βαριά στα νοτισμένα σκεπάσματα και σφαλίζοντας τα βλέφαρα αντίκρισα τις μορφές τους. Τον Ηφαιστίωνα τον αγαπούσα. Τον Αλέξανδρο τον λαχταρούσα. Κι ας ήξερα πως ετούτη η ζωή χάραζε για μας παράλληλους δρόμους, λησμονώντας ολότελα το συναπάντημά τους.
Ίσως, σε μια άλλη ζωή, θα ‘ θελα να ‘μουνα γη, να νιώσω το βήμα του σαν το χτύπο της καρδιάς μου, να αφεθώ στο κορμί του οργώνοντας της ζωής του το σφρίγος, να αλωθώ από τη δική του θέληση, να του ανήκω. Να ‘μουνα θάλασσα, να τον ταξιδεύω, να γεύομαι την αλμύρα του, να σμιλεύω κάθε πίκρα με το χαμόγελό του, να γίνομαι ένα με τη μυρωδιά του, να πάλλομαι με την ορμή του. Κι ίσως, να ‘μουνα μια γυναίκα, μια άλλη γυναίκα, να μοιράζομαι τις μέρες του και τις νύχτες του, το σώμα του και την ψυχή του. Να είμαι εγώ το θέλω του κι η αγάπη μου το μπορώ του.
Μαίρη Πίσια
«Barrymore: ο άνθρωπος πίσω από το θρύλο» του William Luce στο θέατρο Άνεσις
Πριν από 3 εβδομάδες

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου